×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconενοικιάζω
Reklama:

Okolí

ενισχυτήςενισχυτικόενισχύωεννέαεννιακόσιαέννοιαέννομοςεννοώενοικιάζωενοικίασηενοικιαστήςενοίκιοένοικοςένοπλοςενοποιώενόργανοςενορίαένορκοςενορχηστρώνωενότηταενοχήενοχλημένοςενόχλησηενοχλητικός
Zobrazit vše (24)
ενοικιάζω [enicaːzo] v
bydlet kde v podnájmu, pronajmout si (dlouhodobě, byt ap.), pronajmout (si) co (loď, letadlo), pronajmout co komu
Reklama:

bydletbydlet kde v podnájmu ενοικιάζω κάπου
Reklama: