×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεντυπωσιάζω
Reklama:

Okolí

έντονοςεντοπίζωεντοπισμένοςεντοπισμόςεντόσθιαεντροπίαέντυποεντύπωσηεντυπωσιάζωεντυπωσιακάεντυπωσιακόςεντωμεταξύενυδατικόςενυδατώνωενυδάτωσηενυδρείοενυδρειολογίαενυδρίδαενώενωμένοςενώνωένωσηεξεξ αποστάσεως
Zobrazit vše (24)
εντυπωσιάζω [endiposiaːzo] v
imponovat komu čím, nadchnout koho čím (silně zapůsobit ap.), zapůsobit (ohromit ap.), udělat dojem na koho
Reklama:

dojemudělat dojem na koho εντυπωσιάζω κάποιον
Reklama: