×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεξασκούμαι
Reklama:

Okolí

εξαρτησιογόνεςεξαρτώμαιεξασθενημένοςεξασθενίζωεξασθενίζωνεξασθένισηεξασθενώεξάσκησηεξασκούμαιεξασκώεξασφαλίζωεξασφάλισηεξατμίζομαιεξατμίζωεξάτμισηεξατομικεύομαιεξατομίκευσηεξατομικεύωεξαφανίζομαιεξαφάνισηεξαφανισμένοςεξαχνώνωεξάχνωσηέξαψη
Zobrazit vše (24)
εξασκούμαι [eksaskuːme] v
cvičit (procvičovat), trénovat (nacvičovat), procvičit co (učební látku)
Reklama:

Reklama: