×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεξελίσσομαι
Reklama:

Okolí

εξάχνωσηέξαψηεξεγείρομαιεξέγερσηεξέδραεξειδικεύομαιεξελιγμένοςεξέλιξηεξελίσσομαιεξελλίσσωεξεντερώνωεξερεύνησηεξερευνώεξετάζωεξέτασηεξεταστήςεξευγενίζωεξευγενισμένοςεξευτελίζομαιεξευτελίζωεξευτελιστικόςεξέχωεξέχωνεξήγηση
Zobrazit vše (24)
εξελίσσομαι [ekseliːsome] v
1.přerůst v co (situace ap.)
2.probíhat (proces, činnost ap.)
3.vyvinout se, vyvíjet se
Reklama:

Reklama: