×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεπιβεβαιώνω
Reklama:

Okolí

επήρειαεπίεπιβάλλομαιεπιβάλλωεπιβάρυνσηεπιβαρύνωεπιβάτηςεπιβεβαιώνομαιεπιβεβαιώνωεπιβεβαίωσηεπιβεβιαώνωεπιβήτοραςεπιβιβάζομαιεπιβιβάζωεπιβίβασηεπιβιώνωεπιβίωσηεπιβλαβήςεπιβλέπωεπιβλέπωνεπίβλεψηεπιβλητικόςεπιβράδυνσηεπιβραδυντής
Zobrazit vše (24)
επιβεβαιώνω [epiveveoːno] v
1.potvrdit
2.tvrdit co, prohlašovat (jako pravdivé ap.)
3.ubezpečit se o čem
4.dosvědčit co (u soudu ap.)
Reklama:

Reklama: