×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεπιδίδομαι
Reklama:

Okolí

επιδέξιοςεπιδεξιότηταεπιδερμίδαεπιδερμικόςεπίδεσμοςεπιδέχομαιεπιδημίαεπιδημικόςεπιδίδομαιεπιδιδυμίςεπιδίδωεπιδιορθώνωεπιδιόρθωσηεπιδιορθωτήςεπιδίωξηεπιδοκιμάζωεπίδομαεπίδομα διατροφήςεπίδοξοςεπιδόρπιοεπιδόρπιοςεπιδότησηεπιδοτούμενοςεπιδοτώ
Zobrazit vše (24)
επιδίδομαι [epiðiːðome] v
1.holdovat čemu, dopřávat si čeho
2.vrhnout se do čeho (začít dělat)
Reklama:

Reklama: