×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεπιδερμικός
Reklama:

Okolí

επίδειξηςεπιδειξίαςεπιδειξιομανήςεπιδειξιομανίαεπιδένωεπιδέξιοςεπιδεξιότηταεπιδερμίδαεπιδερμικόςεπίδεσμοςεπιδέχομαιεπιδημίαεπιδημικόςεπιδίδομαιεπιδιδυμίςεπιδίδωεπιδιορθώνωεπιδιόρθωσηεπιδιορθωτήςεπιδίωξηεπιδοκιμάζωεπίδομαεπίδομα διατροφήςεπίδοξος
Zobrazit vše (24)
επιδερμικός [epiðermikoːs] adj
pleťový (na pleť)
Reklama:

Reklama: