×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεπωφελούμαι
Reklama:

Okolí

επτάκις εκατομμύριοεπτακόσιαεπωάζωεπώασηεπωδόςεπωμίδαεπωμίζομαιεπώνυμοςεπωφελούμαιεραλδικήέρανοςερασιτέχνηςερασιτεχνικόςεραστήςεργάζομαιεργαζόμενοςεργαλείοεργαλειομηχανήεργασίαεργασιακόςεργασίαςεργάσιμοςεργασιομανήςεργαστήρι
Zobrazit vše (24)
επωφελούμαι [epofeluːme] v
mít prospěch, profitovat, těžit, mít užitek z čeho
Reklama:

prospěchmít prospěch z čeho έχω όφελος, επωφελούμαι από κάτι
užitekmít užitek z čeho έχω όφελος, επωφελούμαι από κάτι
Reklama: