×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconευλογημένος
Reklama:

Okolí

ευκολίαεύκολοεύκολοςευκολοχώνευτοςεύκρατοςευκρίνειαευλάβειαευλαβήςευλογημένοςευλογιάευλογίαεύλογοςευλογώευλυγισίαευλύγιστοςευμάρειαευμεγέθηςευμενήςευμετάβλητοςευνόηταεύνοιαευνοϊκόςευνοιοκρατίαευνοούμενος
Zobrazit vše (24)
ευλογημένος [evlojimeːnos]
adj
blahoslavený, požehnaný (Bohem)
ο
(círk.) blahoslavený (blahoslavená osoba)
Reklama:

Reklama: