×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεφηβικός
Reklama:

Okolí

εφεύρεσηεφευρέτηςεφευρετικάεφευρετικόςεφευρετικότηταεφεύρημαεφευρίσκωεφηβείαεφηβικόςέφηβοςεφήμεραεφημερίαεφημερίδαεφημεριδοπώληςεφημέριοςεφημερόπτεροεφησυχάζωεφιάλτηςεφίδρωσηεφικτόςεφιστώεφοδιάζωέφοδοςεφορία
Zobrazit vše (24)
εφηβικός [efivikoːs] adj
mladistvý (věkově), dospívající, pubertální
Reklama:

Reklama: