×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconηλικιωμένος
Reklama:

Okolí

ηλίασηηλιέλαιοηλίθιοςηλιθιότηταηλικίαηλικιακόςηλικίαςηλικιότηταηλικιωμένοςήλιοηλιοβασίλεμαηλιοθεραπείαηλιοκαμένοςηλιόλουστοςηλιοροφήήλιοςηλιόσποροιηλιοστάσιοηλιοψημένοςημέραημερήσιοςήμερο έλατοημερολόγιοημερομηνία
Zobrazit vše (24)
ηλικιωμένος [iliciomeːnos] adj
1.starý (člověk ap.), starší, postarší (člověk)
2.plnoletý, zletilý
Reklama:

Reklama: