×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconθαυμάζω
Reklama:

Okolí

θανάσιμοςθανατηφόροςθάνατοςθανατώνωθαρραλέαθαρραλέοςθάρροςθαύμαθαυμάζωθαυμάσιαθαυμάσιοςθαυμασμόςθαυμαστάθαυμαστήςθαυμαστικόθαυμαστικόςθαυμαστόςθαυματοποιόςθαυμάτουργικόςθεάθέαθέαμαθεαματικόςθεατής
Zobrazit vše (24)
θαυμάζω [θavmaːzo] v
žasnout nad čím, obdivovat koho/co, vzhlížet ke komu/čemu (obdivně ap.)
Reklama:

Reklama: