×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconιριδίζων
Reklama:

Okolí

ιπποφορβείοιπτάμενοςΙράκιρακικόςΙρακινόςΙράνΙρανόςίριδαιριδίζωνιριδισμόςιριδωτόςίριςΙρλανδίαιρλανδικάιρλανδικήιρλανδικόςΙρλανδόςίσαλοςισημερίαΙσημερινή Γουινέαισημερινόςισθμόςίσιοςισιώνω
Zobrazit vše (24)
ιριδίζων [iriðiːzon] adj
duhový (měňavý)
Reklama:

Reklama: