×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconκαθιερώνω
Reklama:

Okolí

καθετηριάζωκάθετοςκαθηγητήςκαθήκονκαθημερινάκαθημερινόςκαθησυχάζωκαθιδρύωκαθιερώνωκαθίζωκαθισιάκάθισμακαθιστικόκαθιστικόςκαθιστώκαθοδήγησηκαθοδηγώκάθοδοςκαθολικισμόςκαθολικόςκαθόλουκάθομαικαθομιλουμένηκαθορίζω
Zobrazit vše (24)
καθιερώνω [kaθieroːno] v
nastolit (pořádek ap.), navázat co (kontakty, vztahy ap.)
Reklama:

Reklama: