×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconκαθιστώ
Reklama:

Okolí

καθησυχάζωκαθιδρύωκαθιερώνωκαθίζωκαθισιάκάθισμακαθιστικόκαθιστικόςκαθιστώκαθοδήγησηκαθοδηγώκάθοδοςκαθολικισμόςκαθολικόςκαθόλουκάθομαικαθομιλουμένηκαθορίζωκαθοριστικόςκαθρέφτηςκαθρεφτίζωκαθυποτάσσωκαθυστερημένοςκαθυστέρηση
Zobrazit vše (24)
καθιστώ [kaθistoː]
καθιστώ ικανό σε κάποιον κάτι, σε κάποιον να κάνει κάτι umožnit co (komu) (učinit možným)
Reklama:

έγκυοςκαθιστώ έγκυο κάποιον přivést koho do jiného stavu
přivéstpřivést koho do jiného stavu καθιστώ έγκυο, αφήνω έγκυο κάποιον
Reklama: