×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconκαλυτερεύω
Reklama:

Okolí

καλτσοδέτακαλύβακάλυκαςκάλυμμακαλυμμένοςκαλύπτομαικαλύπτωκαλύτερακαλυτερεύωκαλύτεροςκάλυψηκαλώκαλώδιοκαλωδιώνωκαλωδίωσηκαλωσορίζωκαλωσόρισμακαμάκικαμαμπέρκαμάρακαμαριέρακαμαρώνωκαμβάςκαμέλια
Zobrazit vše (24)
καλυτερεύω [kalitereːvo] v
rozjasnit se, zotavit se (osoba, trh ap.)
Reklama:

Reklama: