×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconκαταδικασμένος
Reklama:

Okolí

κατάγομαικαταγόμενοςκαταγραφέαςκαταγραφήκαταγράφωκαταγωγήκαταδίδωκαταδικάζωκαταδικασμένοςκαταδίκηκατάδικοςκαταδιώκωκαταδίωξηκαταδρομέαςκαταδρομήκαταδρομικόκαταδύομαικατάδυσηκαταδυτικόςκαταζητούμενοςκατάθεσηκαταθέτηςκαταθέτωκαταθλίβω
Zobrazit vše (24)
καταδικασμένος [kataðikazmeːnos] adj
odsouzený k čemu (k trestu)
Reklama:

Reklama: