×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconκατακαλόκαιρο
Reklama:

Okolí

κατάθλιψηκαταιγίδακαταιονίζωκαταιονισμόςκατακάθικατακάθομαικατακαίγομαικατακαίωκατακαλόκαιροκατάκλισηκατακλύζωκατακλυσμόςκατακόμβεςκατακομματιάζωκατακόρυφοκατακόρυφοςκατακράτησηκατακρατώκατακρήμνισηκατακρίνωκατάκτησηκατακτητήςκατακτητικόςκατακτώ
Zobrazit vše (24)
κατακαλόκαιρο [katakaloːcero] το
letní slunovrat (období)
Reklama:

Reklama: